Αποθηκευτικός Χώρος / Αποθήκευση /apoθiˈkeftsi/ Noun
- English
- storage
- Polski
- przestrzeń (dla cyfrowego) / miejsce (dla fizycznego)
Example
- Τα πτυσσόμενα τραπέζια χρειάζονται ελάχιστη [αποθήκευση].
- Tables that fold flat for easy storage.
- Εδώ η 'αποθήκευση' είναι η πράξη της τακτοποίησης.