μήλο /ˈmi.lo/ Noun

English
apple
Polski
jabłko

Example

  • Ξεφλούδισε και καθάρισε τα μήλα πριν τα ψήσεις.
  • Peel and core the apples before baking.
  • Η μηλόπιτα είναι κλασικό γλυκό στην ελληνική κουζίνα.