αρνούμαι /arˈnu.me/ Ρήμα
- English
- deny
- Polski
- zaprzeczać / zaprzeczyć
Example
- Η εταιρεία «διαψεύδει» (αρνούμαι/αποποιούμαι/αποκρούω) τις κατηγορίες για απάτη.
- The company denied the allegations of fraud.
- Το 'διαψεύδω' είναι πιο επίσημο για ισχυρισμούς.