Αυγό /aˈvʝo/ Noun

English
egg
Polski
jajko

Example

  • Η θηλυκή κλωσσοκοιτάζει (επιβλέπει / φροντίζει / επωάζει) τα αυγά μέχρι να εκκολαφθούν.
  • The female sits on the eggs until they hatch.
  • Η κλωσσοκοιτάζω είναι η πιο ζεστή λέξη για την επώαση.