Αξιόπιστος /aksiˈopistos/ Adjective
- English
- reliable
- Polski
- rzetelny
Example
- Ψάχνουμε κάποιον που να είναι **αξιόπιστος** και εργατικός.
- We are looking for someone who is reliable and hard-working.
- Το 'αξιόπιστος' είναι το μαγνητικό ζεύγος με το 'εργατικός'.