Τονώνω / Ώθηση /toˈno] Noun
- English
- boost
- Polski
- wzmocnienie / wzmocnić
Example
- Η φορολογική ελάφρυνση έδωσε μια ευπρόσδεκτη [ώθηση] στην οικονομία.
- The tax cut provided a welcome boost to the economy.
- Η 'τονωτική ένεση' είναι πιο μεταφορική και ζεστή.