χαλαρός /xa.laˈros/ AdjectiveEnglishrelaxedPolskiwyluzowanyExampleΦάνηκε **χαλαρός** και σίγουρος πριν τον αγώνα.He appeared relaxed and confident before the match.Εδώ τονίζει την ψυχική κατάσταση, όχι την εμφάνιση.