ΧΡΕΩΝΩ / ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΩ /ˈxre.o.no/ Noun
- English
- charge
- Polski
- opłata / obciążenie / szarża
Example
- Υπάρχει μια μικρή χρέωση παράδοσης για τις online παραγγελίες.
- There is a small delivery charge for online orders.
- Η λέξη «χρέωση» είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.