σεφ /ʃef/ Noun
- English
- chef
- Polski
- szef kuchni
Example
- Ο [Σεφ] (Αρχιμάγειρας / Επικεφαλής / Διευθυντής) ετοίμασε ένα μενού πέντε πιάτων.
- The head chef prepared a five-course meal.
- Το 'Σεφ' είναι το πιο κοινό, αλλά το 'Αρχιμάγειρας' τονίζει την ιεραρχία.