χιλιόμετρο /xilˈiomɛtro/ Noun
- English
- kilometre
- Polski
- kilometr
Example
- Το εργοστάσιο απέχει έξι χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης. [Απόσταση / Μέτρηση / Χάρτης]
- The industrial estate is 6 kilometres from the city centre.
- Το 'χλμ' είναι η τυπική συντομογραφία σε πινακίδες.