χήρα /ˈçi.ra/ Noun

English
widow
Polski
wdowa

Example

  • Η χήρα λαμβάνει σύνταξη χηρείας. (Η χήρα / Η σύζυγος θανόντος / Η ορφανή) — της χήρας
  • She receives a widow's pension.
  • Η 'σύνταξη χηρείας' είναι ο μαγνητικός όρος.