Χρησιμότητα /juːˈtɪlɪti/ Noun
- English
- utility
- Polski
- użyteczność
Example
- Η **χρησιμότητα** (Ωφέλεια / Πρακτικότητα / Αξία) του νέου λογισμικού είναι εμφανής.
- The city is upgrading its water utility infrastructure.
- Εδώ αναφερόμαστε στην πρακτική αξία του εργαλείου.