Χρειάζομαι /xriˈazo.mi/ Verb

English
need
Polski
potrzebować

Example

  • Χρειάζεσαι καμιά βοήθεια με αυτά τα βαριά κουτιά; (Δέομαι / Επιζητώ / Έχω ανάγκη)
  • Do you need any help with those heavy boxes?
  • Το «Χρειάζομαι» είναι το πιο άμεσο και ζεστό.