Χρηματοδότηση /ksimɑθoˈθisi/ Noun

English
funding
Polski
finansowanie

Example

  • Το πρότζεκτ αναζητά εξωτερική [Χρηματοδότηση] (Επιχορήγηση / Κεφαλαιοδότηση / Ενίσχυση) — η ιδέα είναι ακόμα στο 'χαρτί'.
  • The project is currently seeking external funding.
  • Το 'αναζητά' (imperfective) δείχνει τη συνεχιζόμενη διαδικασία.