Δευτέρα /ðevˈteɾa/ Noun
- English
- monday
- Polski
- poniedziałek
Example
- Η προθεσμία του έργου μας είναι την επόμενη [Δευτέρα] (Ημέρα Πρώτη / Ημέρα Αρχής / Ημέρα Έναρξης) — της: Η προθεσμία του έργου μας είναι την επόμενη Δευτέρα.
- Our project deadline is next Monday.
- Το 'Δευτέρα' χρησιμοποιείται σχεδόν πάντα με το άρθρο 'η' (η Δευτέρα).