ΔΙΑΙΡΩ / ΔΙΑΙΡΕΣΩ /ðiaˈireo/ Verb

English
divide
Polski
dzielić

Example

  • Τα κύτταρα άρχισαν να [διαιρούνται] ταχύτατα.
  • The cells began to divide rapidly.
  • Εδώ χρησιμοποιείται η μέση φωνή (διαιρούνται) για βιολογική διαίρεση.