Διάλεξη /ðiˈaleksi/ NounEnglishlecturePolskiwykład / wykładaćExampleΗ διάλεξη του καθηγητή ήταν απίστευτα διαφωτιστική.The professor's lecture was incredibly insightful.Η λέξη 'διάλεξη' είναι η πιο συνηθισμένη επιλογή.