Διατήρηση /ðiaˈtiɾisi/ Noun
- English
- preservation
- Polski
- zachowanie
Example
- Η [διατήρηση] (διαφύλαξη / προστασία / διαφύλαξις) των αρχαίων χειρογράφων είναι λεπτή υπόθεση.
- The preservation of ancient manuscripts is a delicate task.
- Εδώ το «διατήρηση» είναι το πιο φυσικό για κείμενα.