μάνατζερ /ˈmænɪdʒər/ Noun

English
manager
Polski
menedżer

Example

  • Ο [Διευθυντής] (οργανωτής / επιβλέπων / επικεφαλής) του ξενοδοχείου μας υποδέχτηκε στην είσοδο.
  • The hotel manager greeted us at the door.
  • Το 'Διευθυντής' είναι η πιο επίσημη επιλογή εδώ.