Δικαιοσύνη /ðikɛˈosini/ Noun
- English
- fairness
- Polski
- uczciwość
Example
- Η Δικαιοσύνη της δίκης ήταν θεμελιώδης για την εμπιστοσύνη του κοινού.
- The fairness of the trial was essential to public trust.
- Εδώ η 'Δικαιοσύνη' (με κεφαλαίο) παραπέμπει και στο θεσμικό πλαίσιο.