τοποθέτηση /to.poˈθi.si/ Noun
- English
- statement
- Polski
- oświadczenie / stwierdzenie
Example
- Η μάρτυρας έκανε μια [δήλωση] στην αστυνομία.
- The witness gave a statement to the police.
- Στην αστυνομία χρησιμοποιείται το 'κατέθεσε' (testified) ή 'έδωσε' (gave).