δηλητηριώδης /ðilitiˈoðis/ Επίθετο
- English
- poisonous
- Polski
- trujący
Example
- Οι πεζοπόροι ειδοποιήθηκαν για τα [δηλητηριώδη μανιτάρια] στο δάσος.
- The hikers were warned about poisonous plants in the area.
- Το 'δηλητηριώδης' είναι η πιο άμεση και κοινή μετάφραση για βιολογικούς κινδύνους.