Δωμάτιο /ðoˈma.ti.o/ Noun

English
room
Polski
pokój

Example

  • Άκουσα κάποιον να μπαίνει στο [δωμάτιο] (αίθουσα / χώρος / θάλαμος) — άκουσα τον ήχο.
  • I heard him enter the room.
  • Το 'δωμάτιο' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.