δόξα /ˈðoksa/ Noun

English
glory
Polski
chwała

Example

  • Η Ολυμπιακή δόξα (τιμή / καύχημα / λάμψη) στα 100 μέτρα.
  • Olympic glory in the 100 metres.
  • Εδώ η 'δόξα' είναι το αποκορύφωμα της καριέρας.