Δραστηριότητα /ðra.sti.ri.o.ti.ta/ Noun
- English
- activity
- Polski
- zajęcie
Example
- Έχουμε προγραμματίσει πολλές ευχάριστες δραστηριότητες για το Σαββατοκύριακο.
- We have many fun activities planned for the weekend.
- Στην Ελλάδα, το Σαββατοκύριακο είναι ιερό για κοινωνικές δραστηριότητες.