Ακμή / Πλεονέκτημα /ɛdʒ/ Noun

English
edge
Polski
krawędź / przewaga

Example

  • Έσφιξα την **ακμή** του γραφείου μου για να σταθεροποιηθώ.
  • I gripped the edge of my desk to steady myself.
  • Εδώ το 'άκρη' είναι πιο κυριολεκτικό, αλλά το 'ακμή' δίνει μια πιο έντονη αίσθηση του ορίου.