Εικονογράφηση /ikonoɣrafiˈsi] Noun
- English
- illustration
- Polski
- ilustracja
Example
- Η παιδική μου βιβλιοθήκη είναι γεμάτη με υπέροχες εικονογραφήσεις (ζωγραφιές / σχέδια / παραστάσεις) — η μαγεία είναι εκεί.
- The children's book is filled with beautiful illustrations.
- Εδώ η 'εικονογράφηση' είναι το τελικό έργο τέχνης.