Εικονοκλάστης /iko̞no̞ˈklastis/ Noun

English
iconoclast
Polski
ikonałomca

Example

  • Ο καλλιτέχνης ήταν ένας [Εικονοκλάστης] (Ανατρεπτικός / Ριζοσπάστης / Αποδομητής), απορρίπτοντας τα συμβατικά στυλ.
  • The artist was an iconoclast, rejecting conventional styles.
  • Εδώ τονίζουμε την καλλιτεχνική του στάση απέναντι στην παράδοση.