Εκπρόσωπος /eksproˈsopos/ Noun
- English
- spokeswoman
- Polski
- rzeczniczka
Example
- Η εκπρόσωπος Τύπου του Υπουργείου επιβεβαίωσε την είδηση. (Η λαλιά της αλήθειας / Η φωνή της λογικής / Η πρέσβειρα της ενημέρωσης)
- The hospital spokeswoman confirmed the patient's condition.
- Το «εκπρόσωπος Τύπου» είναι ο πιο συνηθισμένος επίσημος όρος.