καμπάνια /kampaɲa/ Noun

English
campaign
Polski
kampania

Example

  • Η φιλανθρωπική οργάνωση ξεκίνησε μια **εκστρατεία** κατά του καπνίσματος. (αγώνας / δράση / προσπάθεια) — Η δράση τους ήταν άμεση και στοχευμένη.
  • The charity launched an anti-smoking campaign.
  • Το 'εκστρατεία' είναι το κλασικό, επίσημο. Το 'καμπάνια' είναι πιο μοντέρνο στο μάρκετινγκ.