ελικόπτερο /eliˈkoptero/ NounEnglishhelicopterPolskihelikopter / śmigłowiecExampleΤο περιπολικό ελικόπτερο [ελικόπτερο] έκανε κύκλους πάνω από την περιοχή.The police helicopter circled the area.Η πιο συνηθισμένη χρήση, ειδικά σε ειδήσεις.