Κλίση / Ροπή (με έμφαση στο «Έχω αδυναμία σε») /kliˈsi/ Noun
- English
- penchant
- Polski
- upodobanie
Example
- Έχει μια έμφυτη ροπή (ισχυρή κλίση / μεγάλη αδυναμία) προς την κλασική μουσική.
- She has a penchant for classical music.
- Η «έμφυτη ροπή» είναι η πιο κομψή επιλογή εδώ.