Ενδιαφέρομαι /enðjaféromai/ Adjective

English
interested
Polski
zainteresowany

Example

  • Φάνηκε πραγματικά ενδιαφερόμενος για την ιστορία της τοπικής κοινότητας.
  • He sounded genuinely interested in the history of the local community.
  • Χρησιμοποιείται το επίθετο για έμφαση στο πρόσωπο.