λάτρης /ˈla.tris/ Noun

English
enthusiast
Polski
pasjonat

Example

  • Είναι μια αφοσιωμένη [ενθουσιώδης] στον κήπο.
  • She is a dedicated gardening enthusiast.
  • Εδώ το «ενθουσιώδης» λειτουργεί ως ουσιαστικό, αλλά το επίθετο είναι πιο συχνό.