ΕΝΤΟΠΙΖΩ /en.doˈpi.zo/ Verb

English
locate
Polski
zlokalizować

Example

  • Ο τεχνικός [εντοπίζει] (βρίσκω / προσδιορίζω / ανακαλύπτω) το πρόβλημα αμέσως.
  • The mechanic located the fault immediately.
  • Το 'εντοπίζω' είναι πιο επίσημο από το 'βρίσκω' όταν μιλάμε για σφάλματα ή σημεία.