Εγχείρημα /eɲˈt͡ʃirɛma/ Noun
- English
- enterprise
- Polski
- przedsiębiorstwo / przedsięwzięcie
Example
- Η **επιχείρηση** (επιχειρηματική δραστηριότητα / εταιρεία / εγχείρημα) έχει τζίρο 26 δισεκατομμύρια.
- He is in charge of an enterprise with a turnover of $26 billion.
- Εδώ το 'επιχείρηση' καλύπτει και την έννοια του οργανισμού και της δραστηριότητας.