Επικίνδυνος /epiˈcindi.nos/ Adjective

English
dangerous
Polski
niebezpieczny

Example

  • Ο πάγος έκανε την οδήγηση εξαιρετικά επικίνδυνη (απειλώντας / βλάπτοντας / θέτοντας σε κίνδυνο).
  • The icy roads made driving extremely dangerous.
  • Στην Ελλάδα, ο πάγος σπάνια είναι πρόβλημα, οπότε η έννοια είναι πιο αφηρημένη.