επιστημονικός /epistimiˈkos/ Επιστημονικός

English
scientific
Polski
naukowy

Example

  • Έκαναν μια μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη. (Η ανακάλυψη η οποία βασίστηκε σε επιστήμη)
  • They made a major scientific discovery.
  • Το 'επιστημονική' (θηλυκό) εδώ είναι το κλειδί.