καταφέρνω /kataˈferno/ Verb

English
succeed
Polski
odnieść sukces

Example

  • Η προσπάθειά μας επιτυγχάνει (στεριεύω / πετυχαίνω / ευδοκιμώ) — τελικά, ο στόχος επετεύχθη.
  • Our plan succeeded.
  • Το 'επιτυγχάνω' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.