εργαστήριο /lӕb/ Noun

English
lab
Polski
laboratorium (lab)

Example

  • Οι φοιτητές κάνουν πειράματα στο χημικό [εργαστήριο].
  • The students are conducting experiments in the chemistry lab.
  • Η λέξη παραπέμπει σε δομημένη, ελεγχόμενη δράση.