εργατικό δυναμικό /erɣatiko ðinamiko/ Noun

English
workforce
Polski
siła robocza

Example

  • Το εργοστάσιο έχει ένα [Εργατικό δυναμικό] χιλιάδων ατόμων.
  • The factory has a 1,000-strong workforce.
  • Η λέξη «δυναμικό» δίνει την αίσθηση της ενέργειας και της δυνατότητας.