Απόκρυφο /aˈpókrifo/ Εσωτερικός

English
esoteric
Polski
ezoteryczny

Example

  • Η έρευνα του καθηγητή για τη φορολογία του 14ου αιώνα ήταν εξαιρετικά **εσωτερική** (μυητική / δυσνόητη / κλειστή).
  • The professor's research into 14th-century tax law was highly esoteric.
  • Εδώ τονίζεται η δυσκολία πρόσβασης στην πληροφορία.