Ευχάριστος /evˈt͡ʃaːristos/ Ευχάριστος
- English
- pleasant
- Polski
- przyjemny
Example
- Περάσαμε ένα [ευχάριστο/γλυκό/ωραίο] απόγευμα στον κήπο.
- We spent a pleasant afternoon in the garden.
- Το 'ευχάριστος' είναι το πιο ουδέτερο και ταιριάζει σε κάθε περίσταση.