Ευημερία /evimiˈria/ Noun
- English
- prosperity
- Polski
- dobrobyt
Example
- Η μελλοντική μας [ευημερία] (ευημερία / ευόδωση / ευτυχία) εξαρτάται από την οικονομική ανάπτυξη.
- Our future prosperity depends on economic growth.
- Εδώ τονίζεται η μακροπρόθεσμη, ολιστική κατάσταση.