εξοπλισμός /e.ksi.pli.zmos/ NounEnglishequipmentPolskisprzętExampleΗ κουζίνα είναι πλήρως εξοπλισμένη με σύγχρονο **εξοπλισμό**.The kitchen is fully stocked with modern equipment.Εδώ το 'εξοπλισμός' καλύπτει όλες τις συσκευές.