εξοργισμένος /eɡzoɾd͡ziˈmenos/ Εξοργισμένος
- English
- furious
- Polski
- rozwścieczony
Example
- Η ανικανότητά τους με έκανε να γίνω [πυρπολημένος] — σαν να έβλεπα κακή σκηνοθεσία στο Netflix.
- Their incompetence made me absolutely furious.
- Χρησιμοποιούμε το ρήμα 'γίνομαι' για να δηλώσουμε την αλλαγή κατάστασης.