παχύς /paˈçiːs/ Adjective
- English
- fat
- Polski
- gruby/tłuszcz
Example
- Η γάτα έγινε **παχιά** (παχαίνω / παίρνω βάρος / φουσκώνω) αφού έφαγε πολλές λιχουδιές.
- The cat grew fat after eating too many treats.
- Το 'παχαίνω' είναι το ρήμα που χρησιμοποιείται συχνά για την αύξηση βάρους.