Κομμάτι /slaɪs/ Noun

English
slice
Polski
kawałek

Example

  • Έφαγε μια φέτα φρυγανιάς. [Φέτα / Κομμάτι / Τεμάχιο] — της: Έφαγε μια φέτα φρυγανιάς.
  • She ate a slice of toast.
  • Η «φέτα» είναι η μαγική λέξη για το ψωμί, το τυρί, το κέικ.