Φιλικός /fi.liˈkos/ Adjective

English
friendly
Polski
życzliwy

Example

  • Μου χαμογέλασε με ένα **φιλικό** χαμόγελο όταν μπήκα.
  • She gave me a friendly smile when I walked in.
  • Το 'φιλικό' εδώ τονίζει την έλλειψη εχθρότητας.