γάλα /ˈɣala/ Noun

English
milk
Polski
mleko

Example

  • Βάλε λίγο [γάλα] στον καφέ σου, σε παρακαλώ.
  • Add a splash of milk to your tea.
  • Η πιο συνηθισμένη χρήση, ζεστή και καθημερινή.